ἄγων

ὁ ἄγων, ῶνος 1. состязание, борьба; соревнование; 2. юр. тяжба, судебный процесс

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἄγων" в других словарях:

  • ἁγών — ἀγών , ἀγών gathering masc nom/voc sg ἐγών , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγών — gathering masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγῶν' — ἀγῶνα , ἀγών gathering masc acc sg ἀγῶνι , ἀγών gathering masc dat sg ἀγῶνε , ἀγών gathering masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγών — Θεός των αρχαίων Ελλήνων. Οι αρχαίοι είχαν προσωποποιήσει τους αθλητικούς αγώνες και τους παρίσταναν με διάφορες μορφές. Με την έννοια αυτή, ο θεός Α. ήταν προστάτης των αθλητικών συναντήσεων και οι απεικονίσεις του ποίκιλλαν ανάλογα με τα… …   Dictionary of Greek

  • ἀγῶν — ἄγη wonder fem gen pl ἄγος any matter of religious awe neut gen pl (attic epic doric) ἀγάω pres part act masc voc sg ἀγάω pres part act neut nom/voc/acc sg ἀγάω pres part act masc nom sg (attic epic ionic) ἀγάω pres part act masc nom sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγων — ἄγω lead pres part act masc nom sg ἄ̱γων , ἀγάω imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) ἄ̱γων , ἀγάω imperf ind act 1st sg (doric aeolic) ἀγάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἀγάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'γών — ἀγών , ἀγών gathering masc nom/voc sg ἐγών , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀγών — ἀγών , ἀγών gathering masc nom/voc sg ἐγών , ἐγώ I at least masc/fem nom/voc 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγῶνα — ἀγών gathering masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγῶνας — Ἀγών masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγῶνας — ἀγών gathering masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.